Θεσσαλονίκη: Τα χέρια μιας ημέρας

2

Θεσσαλονίκη: Τα χέρια μιας ημέρας

Είναι κάμποσος καιρός τώρα που μετακινούμαι με λεωφορεία μόνο, διαδρομές της μιας ώρας τουλάχιστον, και δύο και τρεις και τέσσερις φορές τη μέρα. Έχω εντοπίσει, λοιπόν, έναν ψυχαναγκασμό...


Είναι κάμποσος καιρός τώρα που μετακινούμαι με λεωφορεία μόνο, διαδρομές της μιας ώρας τουλάχιστον, και δύο και τρεις και τέσσερις φορές τη μέρα. Έχω εντοπίσει, λοιπόν, έναν ψυχαναγκασμό (ας το πω έτσι, δεν ξέρω άλλη λέξη να μου κάνει) που δε γνώριζα ότι είχα. Των ανθρώπων που κάθονται δίπλα μου στο λεωφορείο, όταν βρίσκω θέση, θα ήθελα να μπορώ να πιάσω τα χέρια τους να κρατηθούνε όλα μαζί με τα δικά μου για όλη τη διαδρομή, και να νιώσουμε αυτή τη σιγουριά του κρατήματος που ποτέ δεν αφήνει χώρο για σκέψη και που σε ανυψώνει και σε γειώνει σαν ακτίνα φωτός. Ανδρών και γυναικών, παπούδων, εφήβων, παιδιών μικρών, παιδιών μεγάλων. Περίεργο, ε; Ακόμη κι εμένα έτσι μου φαίνεται, περίεργο. Εδώ έχουμε φτάσει, να είναι περίεργο πράγμα η οικειότητα, ο ενικός και (κατ' επέκταση;) η συμπόνοια.

Κι εντάξει, αφού για τα δεδομένα του κόσμου μας λέγομαι άνθρωπος εχέφρων, κατάλαβα ότι έτσι απλά δε μπορείς να αρχίσεις να κρατάς στα χέρια σου τα άλλα άγνωστα χέρια... Η οικειότητα, όπως όλοι θα το ξέρετε, αποκτιέται βήμα - βήμα και χτίζεται σιγά - σιγά. Οπότε σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να αρχίσω να επικοινωνώ μιλώντας. Έλα όμως που δεν κυλάει με τίποτα με τους ανθρώπους το πράγμα όταν αρχίζεις και σκέφτεσαι, και σχεδιάζεις, και μεθοδολογείς. Γιατί το άλλο, έβγαινε από μόνο του σα νερό που τρέχει, ενώ τώρα με "το σχέδιο" μπροστά, μόλις πήγαινα κάτι να πω ένοιωθα σαν να κοβόταν η μιλιά μου, σαν να μην ήξερα ελληνικά, σαν να 'χανε η σκέψη μου τον εαυτό της. Κι αν προσπάθησα να αρθρώσω δυο προτάσεις καμιά μέρα, αντί για γέφυρες έχτισα βουνά.

Πέρασαν οι μέρες, τα λεωφορεία δεν τα σταμάτησα. Μου αρέσει πολύ αυτή η παρέα με τους ανθρώπους, ακόμη κι αν απλά τους κοιτώ από μακριά. Και πέρασαν οι μέρες κι ήρθε η σημερινή. Ξύπνησα με μια αγωνία το πρωί. Δεν ξέρω αν το νιώθετε κι εσείς σήμερα ή άλλες μέρες, κάτι οι ανάδρομοι πλανήτες, κάτι η κρίση, κάτι που είναι Παρασκευή και 13 (αστειεύομαι ή όχι;!), κάτι που αποδομώ τις πίστεις και τις ιδέες και τα δόγματα μου τελευταία για να δω τι θα μου μείνει, ξύπνησα με μια αγωνία. Στην ψυχή. Δεν ήμουν τίποτα. Κανένας. Ούτε το όνομα μου δε θυμόμουν το πρωί. Σαν να μην είχα χώμα να πατήσω. Η συνήθεια μού έφτιαξε καφέ, μια συνήθεια τον ήπιε και ευτυχώς σύντομα πήρα λεωφορείο.

Ο πρώτος πρωταγωνιστής της μέρας ήταν ένας κύριος μέσης ηλικίας, με σημάδια στην υγεία του προσώπου και του σώματος που ομολογούσαν ότι αφιέρωσε μεγάλο κομμάτι της ζωής του στα ναρκωτικά. Με απέφευγε σαν να τον ενοχλούσα μαζευόμενος στη θέση του βρίζοντας ταυτόχρονα ψιθυριστά τον οδηγό. Εγώ τι να έκανα; Δεν υπήρχε αντίδραση. Ήμουν ο Κανένας. Δεν είχα καν ξυπνήσει. Χαμογελούσα απλά. Με ένα χαμόγελο που δε μπορούσα ούτε μπορώ να ερμηνεύσω. Δεν έχει αιτία. Απλά είναι. Δεύτερη παρουσία η κυρία που κάθισε απέναντί μου. Χαμογελαστή σαν εμένα (σήμερα), κοιταζόμαστε και έχει ήδη γίνει η επικοινωνία. Μπορούσα να της πιάσω τα χέρια. Ήμουν σίγουρη. Τόσο απλά και τόσο οικεία. Και δε θα έλεγε τίποτα, μόνο θα τα 'σφιγγε κι αυτή πιο πολύ. Δεν το 'κάνα, είχαμε κάποια απόσταση, αλλά χωρίς καν να το καταλάβω βγήκε απ' το στόμα μου μια τόσο γεμάτη Καλημέρα που ένοιωθα σαν να 'χω φάει φακές για πρωινό. Καλημέρα μου λέει κι αυτή. Μετά κοιταζόμασταν και γελούσαμε μόνο. Δεν υπήρχε τίποτα να ειπωθεί. Τα χέρια της φαντασίας μου ήδη κρατιόνταν γερά απ' τα δικά της μέχρι που φτάσαμε στο κέντρο της πόλης. Είπαμε μόνο για το ρολόι της, που το φοράει απ' όταν παντρεύτηκε, αλλά τώρα πια δε μπορεί ούτε με γυαλιά να δει την ώρα γιατί είναι πολύ μικρό. Της λέω κι εγώ, που ιδέα δεν είχα τι ώρα ήταν, ότι δεν τα χρειαζόμαστε τα ρολόγια και με πίστεψε. Είναι πολύ πιστευτό αυτό μετά τα 63.

Ακολούθησαν πολλά περιστατικά γιατί πραγματικά σήμερα δεν ξύπνησα εγώ. Ο κύριος που έψηνε σουβλάκια (;;;) έξω απ' τα περίπτερα της έκθεσης βιβλίου (εξηγήστε εσείς γιατί, εγώ δε μπόρεσα να καταλάβω γιατί τα σάντουιτς δε φτάνουν και γιατί θέλει τσίκνα το βιβλίο). Ο πωλητής ενός καταστήματος που, αφού διασταυρώθηκαν με εμπόδιο μια τζαμαρία τα αχανή και φυσικά χαμογελαστά βλέμματα μας, γύρισα, μπήκα και συστηθήκαμε και μου είπε σαν να ήξερε: ε ναι, αφού χαμογελάμε γιατί να μη μιλιόμαστε κιόλας; Ώστε ήξερε κι αυτός λοιπόν για τη μέθοδο της ομιλίας;! Νόμιζα ότι ήμουν η πρώτη. Μια κοπέλα που έψαχνε οδηγίες για τα λεωφορεία και είχε χαθεί μέσα στην ίδια της την πόλη, γιατί μάλλον την είχε εγκαταλείψει η σκέψη - μου λέει ναι, θα πάω στην Εγνατία είχε κολλήσει το μυαλό μου, σε ευχαριστώ - τι να της πω εγώ που δεν ήξερα ποια είμαι, απλά χαμογελούσα. Ένας σκύλος χωρίς σπίτι που επέμενε να κάθεται πάνω στο δρόμο στην Τσιμισκή κοιτώντας τις πολυκατοικίες (κι εγώ αυτό έκανα, αλλά στο πεζοδρόμιο) ενώ ο αέρας των διερχόμενων λεωφορείων έσκαγε με δύναμη στο πρόσωπο του που από τα λεωφορεία απείχε τρία χιλιοστά. Κι έπειτα οι φίλοι και μια κυρία παραμυθού' τα χέρια με αυτούς είναι μόνιμα ενωμένα. Δεν υπάρχουν αντιστάσεις. Ζεις μαζί τους, μιλάς ή δε μιλάς.

Η αγωνία βέβαια στη θέση της. Η αγωνία του τίποτα. Και του κανενός. Και ξανά στο μαγικό λεωφορείο, αφού μαγικά πέρασαν πόσες ώρες. Με την κυρία Φ. που έχει τρία παιδιά, καθηγητές και καλλιτέχνες, και που μου έδωσε να διαβάσω δημοσιευμένα σε εφημερίδα ποιήματα του γιου της, και που είναι πικραμένη γιατί έχασε τον αγαπημένο της πριν έξι χρόνια, και που δε θυμάμαι καν πώς άρχισα να της μιλάω και αυτή να τα λέει όλα κι εγώ να ακούω. Τα μαύρα και η βέρα της τα πιο πολύτιμα της, κι ας ξέρει ότι έχει τόσα να χαρεί, το αγκάθι της πίκρας κάθεται εκεί, μες στην καρδιά της και δε λέει να φύγει. Το παράπονο. Που νόμιζε ότι θα γερνούσανε μαζί και δεν πρόλαβαν. Κι έχει ένα σπίτι τεράστιο και άδειο γιατί φύγαν όλοι. Και τα μάτια της είναι χρυσός και δάκρυ. Που έχει μια κατανόηση βαθιά που όλα τα χωράει, που η ειρήνη ξεχειλίζει από το στόμα της όταν μιλάει. Που ταξιδεύει κι αυτή με τα λεωφορεία γιατί θέλει τους ανθρώπους. Να τους βλέπει και να τους ακούει και να τους αγγίζει. Που ένιωθε σαν να βρήκε το άλλο της μισό όταν της είπα ότι είναι ωραία τα λεωφορεία γιατί έχουν μέσα ανθρώπους.

Γυρισα σπίτι λίγο πιο ξύπνια... τολμώ να πω. Αν έχω παραισθήσεις; Αν αυτή η μέρα ήταν καλύτερη από τις άλλες; Αν έτσι πρέπει να ζω; Η ζωή είναι απάντηση, ή ερώτηση, εσείς τι λέτε; Αν μπορώ να χαμογελάω σαν κανένας κάθε μέρα; Αν πρέπει να έχει ηθικό δίδαγμα η ιστορία; Τι να σας πω δεν ξέρω, αν είχε χέρια η ιστορία, η δική σας ή η δική μου θα ήθελα απλά να τα κρατήσω. Να κρατηθούν τα χέρια μας μαζί στη διαδρομή.

Χρυσάνθη, 13/05/2016

Masonry

ψυχογραφίες

Τα πιο εύκολα συμπεράσματα βγαίνουν παρατηρώντας το χτίσιμο των κάστρων των άλλων.

στοχασμοί

Μια απότομη ανηφόρα παρολίγον να φανεί ικανή ώστε να μείνω έξω απο εκείνον το φυσικό παράδεισο.

ποίηση

Tου Oλύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας πατώ το μυστικό.