Οι αλληγορικές #8

1

Οι αλληγορικές #8

Η κουκουβάγια η Αθηνά, η μαμά της, οι πεποιθήσεις κι οι.. αλήθειες.

κουκουβαγια

- Μαμά, πότε θα φύγουμε από 'δω;
- Μόλις είσαι έτοιμη, μόλις αλλάξει η εποχή.
- Και πότε θα 'μαι έτοιμη, και πότε θ' αλλάξει η εποχή;

Ρωτούσε η Αθηνά, και ύπουλα-ύπουλα έβγαζε το κεφάλι της έξω από 'να κεραμίδι να ρίξει μια κλεφτή ματιά σε όλα εκείνα που την περίμεναν για να τα δει, όταν θα ήταν έτοιμη, και σαν θα άλλαζ' η εποχή. Τι σκεπή κι αυτή, τόσο κακοφτιαγμένη για ανθρώπους, μα τόσο σπίτι ευρύχωρο για όλα τ' άλλα ζωντανά. Λογής λογιών πουλιά πετούμενα είχε φιλοξενήσει, αποδημητικά και μη, και τι ζωύφια θορυβώδη, τι ποντίκια τρωκτικά, ένας χαμός... Μέχρι που, ήρθαν οι κουκουβάγιες. 
Το 'βαλαν στα πόδια όλοι οι προηγούμενοι ένοικοι όχι επειδή τους έδιωξαν οι κουκουβάγιες, αλλά επειδή τις φοβόντουσαν. Επικρατούσε η άποψη ότι ήτανε γρουσούζες και γκαντέμες, ότι στριγγλίζανε τα βράδια, ήταν εχθρικές και τρέφονταν με αίμα. Βέβαια αποδείξεις για όλα όσα πίστευαν για τον εχθρό δεν είχαν, αλλά "τι τα θες", είπαν καθώς φεύγοντας το σκέφτηκανε τα ποντίκια, "λες και μπόρεσε κανείς σε τούτη τη ζωή να μάθει ολόκληρη αλήθεια".

Η Αθηνά τα άκουσε να φεύγουν τα ποντίκια - ήταν μικρούλα και φτερά δεν είχε ακόμα - αλλά το μυαλό της δούλευε ωσάν ξουράφι, λεπτό-λεπτό και κοφτερό, οπότε και εντύπωση πολλή της έκαναν τα λεγόμενά τους, και όλη μέρα τα σκεφτόταν. 

Γιατί έτσι ήταν, έξυπνες οι κουκουβάγιες, το 'λεγαν όλοι τόσο συχνά, που στο τέλος το πίστεψαν κι οι ίδιες - πέρασε η πεποίθηση στο γενετικό τους υλικό, για να σας δώσω να καταλάβετε.
 
Κάθε βραδάκι μόλις έπεφτε ο ήλιος και σκοτείνιαζε για τα καλά η φωλιά της στη σκεπή, η Αθηνούλα άρχιζε τα νάζια, για να συγκινήσει τη μαμά της. Με τα πολλά, η κυρα-Κουκουβάγια εγυρνούσε και την έβαζε για ύπνο. Την έβαζε για ύπνο βέβαια, αφού πρώτα ερχόταν αντιμέτωπη μ' όλες τις ερωτήσεις της ημέρας. Κι εκείνη τη μέρα η ερώτηση ήταν μία και σοβαρή:

- Μαμά, γιατί κανείς σε τούτη τη ζωή δε μπόρεσε ποτέ να μάθει ολόκληρη αλήθεια; 
- Κοιμήσου τώρα!

Ελεγε η κυρα - Κουκουβάγια κοφτά, γιατί προείχε ο ύπνος του μωρού, όμως από μέσα της καμάρωνε που έκανε παιδί τόσο έξυπνο κι οξύ. Τόσο πολύ τη συνέπαιρνε η περηφάνεια της μάνας, που ξεχνούσε την ερώτηση, την απάντηση και μάλιστα ξεχνούσε ότι απάντηση δεν είχε ούτε για την ίδια. Κοιμόταν έτσι η Αθηνά, και ο καιρός περνούσε, κι η Αθηνά μεγάλωνε, κι όλο και λιγότερο έκραζε τα βράδια στη μαμά της να γυρίσει, κι όλο και λιγότερες γίνονταν οι ερωτήσεις. 

Μέχρι που έγινε έτοιμη και μέχρι που άλλαξε η εποχή. Μέχρι που είχε το δικαίωμα και αρκετά δυνατά φτερά για να την αφήσει κείνη τη σκεπή και να πάει να εξερευνήσει... τον κόσμο για απαντήσεις.

Ρώτησε κι άλλες μαμάδες εκτός απ' τη δικιά της, ερωτήσεις πολλές κι αιφνιδιαστικές, από κείνες που δε θέλουν ούτε ν' ακούν ή που κάνουν πως δεν ακούν τα ζώα. Ρώτησε δασκάλους, φίλους πτηνά και μη. 

κουκουβαγια

Ρώτησε όσο μπορούσε, κι όπου μπορούσε, όμως ποτέ δεν έμαθε... έστω και μια... ολόκληρη αλήθεια.

Με τόση αναζήτηση όμως...

Έμαθε για τα καλά το πώς να ψάχνει την αλήθεια, έμαθε πώς να μαθαίνει, έμαθε να κάνει καλύτερα τις ερωτήσεις της, και το πιο σημαντικό απ' όλα, έμαθε ότι πολύ απλά: δεν υπήρχε ολόκληρη αλήθεια. Διότι ο κόσμος, με τα ζωά και τους ανθρώπους και τα δέντρα, άλλαζε καθημερινά σε τέτοιους χρόνους, που κανένας δεν προλάβαινε να μάθει ολόκληρη αλήθεια. Μέχρι να χωνέψουνε τη μία ερχόταν η επόμενη... και πάλι απ' την αρχή. 

Το μυαλό της παρέμενε ξουράφι κοφτερό, αλλά πιο καθαρό γιατί από καιρό είχε πάψει να πιστεύει στην εξυπνάδα του το ίδιο, και κάθε τόσο φρόντιζε να λέει στον εαυτό της:

  • Να θυμάμαι να κάνω ερωτήσεις.
  • Να θυμάμαι ότι ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα.
  • Να θυμάμαι ότι ένα καθαρό μυαλό χρησιμεύει περισσότερο από ένα έξυπνο μυαλό.
  • Να θυμηθώ όταν θα πω "κοιμήσου τώρα", να ψάξω να δω αν έχω την απάντηση για μένα.
  • Να θυμηθώ να ζήσω σε μια στέγη μαζί με τα ποντίκια.

Τώρα αν τα κατάφερε η Αθηνούλα το ξουράφι όλα να τα θυμηθεί, τι να σας πω δεν ξέρω... όμως ξέρω ότι μας έμαθε:

  • Να κάνουμε ερωτήσεις γιατί
  • ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα,
  • και να 'χουμε μυαλό καθαρό
  • γιατί έτσι δε θα κοιμόμαστε πριν πάρουμε απαντήσεις
  • κι η αλήθεια η απλή, αν κι όχι ολόκληρη, θα λάμπει λίγο πριν από τις παγιωμένες πεποιθήσεις.

Ε... ήμουνα κι εγώ εκεί, κι είχα μια στέγη από χαρτί.

Χρυσάνθη, 29/03/2016

Masonry

ημερολογιακά

Συγκοινωνία: εκεί που γεννιέται η φιλοσοφία.

αποσπάσματα

...ώρες και ώρες, αυτές οι στιγμές έρχονται.

ημερολογιακά

Όσο το βλέπουμε από μακριά, σε κορυφές που δεν αγγίζονται παρά μόνο με το βλέμμα, το χιόνι μοιάζει να είναι ένα.