Οι αλληγορικές #7

1

Οι αλληγορικές #7

Η Βερόνικα, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό είχε ξυπνήσει πρώτη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, η αυγή ακόμα παραμέριζε τα κλαδιά των δέντρων για να περάσει...

Η Βερόνικα, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό είχε ξυπνήσει πρώτη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, η αυγή ακόμα παραμέριζε τα κλαδιά των δέντρων για να περάσει, και σε όλη τη γειτονιά δεν ακούγονταν παρά τα σχεδόν ψιθυριστά ροχαλητά πουλιών που κοιμούνταν ακόμα. Ένα ελαφρύ βορινό αεράκι έσπρωχνε τα σύννεφα που χρύσιζαν όλο και πιο πολύ, ξεκινώντας από το περίγραμμά τους.

«Τι όμορφα να ξυπνάς πριν από όλους το πρωί, είχα ξεχάσει πώς είναι», σκέφτηκε και τέντωσε τον ψηλό λαιμό της κάνοντας δυο τρεις κυκλικές κινήσεις με το κεφάλι, λες και θα οσφραινόταν τα χρώματα της φύσης την αυγή. Οι ήχοι του κόσμου όλο και πλήθαιναν, όσο εκείνη ετοίμαζε το πρωινό: τσουρέκι τριών ημερών που είχε μείνει από το Πάσχα, βραστή βρώμη με κανέλα, και κάτι πεντανόστιμα αλμυρά κουλουράκια που τους είχε φέρει η κουμπάρα τους Μεγάλο Σάββατο το βράδυ, όταν μαζεύτηκαν για να πάνε όλοι μαζί στην εκκλησία.

«Τι Ανάσταση κι αυτή η φετινή», σκέφτηκε μόλις τα είδε «ευτυχώς που βγήκαμε όλοι ζωντανοί μέσα από τον πόλεμο των κρότων». Κι ήταν αλήθεια πως είχε κοντέψει να πάθει ανακοπή από την τρομάρα της, όταν περιμένοντας ευλαβικά, με κόκκινη κορδέλα στο λαιμό, πίσω από ένα κερί να ακούσει και να ψάλλει κι αυτή Χριστός Ανέστη εκ Νεκρών, άρχισαν να πέφτουν βροχή κροτίδες και πυροτεχνήματα από όλες και προς όλες τις κατευθύνσεις, για τουλάχιστον ένα τέταρτο. Χριστός Ανέστη, για να μην τα πολυλογώ δεν κατάφερε να ψάλλει κανείς.

«Κατάνυξη κι ευλάβεια και δέος σου λένε μετά. Κατάνυξη λόγω τρομάρας να λέμε καλύτερα. Λες και δεν έφτανε ο φόβος μας από παιδιά μην αρπάξουμε με όλες τις λαμπάδες γύρω γύρω, έπρεπε να προσθέσουμε και τις φωτοβολίδες. Για όλα όμως φταίει ο Δήμος. Αν είχαμε κάτσει στα αβγά μας και δεν φεύγαμε από το σπίτι μας και δεν πηγαίναμε Καλαμαριά, θα είχαμε  ευχαριστηθεί και την ησυχία μας και τη Θεία Λειτουργία μας».

Κι όσο ετοίμαζε το πρωινό, όλο και πιο έντονα σκεφτόταν το βράδυ της Ανάστασης, και όλο και πιο πολύ άναβε σα λαμπάδα πασχαλινή από θυμό και μουρμούριζε μοναχή της - σχεδόν μέσα απ' τα δόντια της αλλά αρκετά δυνατά για να ξυπνήσει τον Αλμπέρτο. Σκουντουφλώντας εκείνος επάνω σε κάτι διακοσμητικά του Πάσχα, έφτασε κοντά της μετά από προσπάθεια αρκετή και με τα μάτια σχεδόν κλειστά την καλημέρισε χαϊδεύοντάς την στην πλάτη. Θρονιάστηκε σε μία ψάθινη θεσούλα μπροστά στο φαγητό και ετοιμάστηκε να απολαύσει, μετά από πολύ καιρό, πρωινό που δεν το είχε ετοιμάσει ο ίδιος. Η Βερόνικα ακούστηκε να λέει κάτι για δημάρχους και μπουρλότο.

- Πάλι για την Ανάσταση μιλάς ρε Βέρα; Πάει, πέρασε, είμαστε ζωντανοί, ξεπέρασέ το.

- Μα έτσι εύκολα ξεπερνιέται τέτοιο κοψοχόλιασμα; Καλημέρα. Και δε με λένε Βέρα.

- Καλημέρα! Ξεπερνιέται. Εδώ ο Χριστός αναστήθηκε και ξεπέρασε το θάνατο! Όλα περνάνε, Βέρα.

- Αμ πρόλαβε να αναστηθεί;! Δεν πρόλαβε. Πριν βγει αυτός απ’ τη σπηλιά βγήκανε απ' τη δική τους οι βάρβαροι με τις κροτίδες.

- Αααχχ....λέει ο Άλμπι, και κατεβάζει λίγο τσουρεκάκι με μερέντα, συμπάσχοντας κι αυτός γιατί την ίδια γνώμη είχε, αλλά ξεπερνούσε ευκολότερα τα σοκ όταν υπήρχε φαγητό.

- Αμ ο παπάς, Αλμπέρτο; Έπρεπε να μας μιλήσει για τις σχέσεις του με το Δήμο μες στην Ανάσταση και πριν το Χριστός Ανέστη; Άσε που είμαι σίγουρη ότι συμφώνησε να ρίξουνε κροτίδες και να μας ξεκουφάνει η καμπάνα. Τι ψυχικό σθένος χρειάστηκε για να σταθώ στο ύψος μου και να μην αρχίσω να ουρλιάζω, δε λέγεται.

- Σε καταλαβαίνω…, συνέχισε να μασουλάει αυτός.

- Άκου εκεί  συνεργάζονται για μία δυνατή Καλαμαριά και μία δυνατή Θεσσαλονίκη και μια δυνατή Μακεδονία και μια δυνατή Ελλάδα.

Κι ήταν αλήθεια, τα είπε όλα ο παπάς, διακόπτοντας τη Λειτουργία.

- Έχουμε χάσει κάθε ιερό και όσιο. Εγώ θυμάμαι με τη μαμά μου, και τη γιαγιά μου όταν πηγαίναμε στην εκκλησία το Πάσχα ο κόσμος ήταν ήσυχος κι οι ύμνοι κατανυκτικοί.

 - Άντε πάλι με την κατάνυξη, μάθατε όλοι ελληνικά ξαφνικά. Ποιος κόσμος ρε Βέρα στο χωριό σου; Είκοσι άτομα ήσασταν όλοι κι όλοι, κι οι μισοί την περισσότερη ώρα ήταν έξω απ' το ναό για να καπνίζουν.

- Και πάλι, ήταν διαφορετικά. Βερόνικα με λένε.

Λέει και ξεφυσάει με ενδοσκοπικό ύφος, και συμπάσχοντας ο Άλμπι που ήταν και πιο διαβασμένος, γενικά, της λέει:

- Μήπως… επειδή εσύ ήσουν διαφορετική; Μήπως επειδή ήσουν μικρή και το κουκούλι της αθωότητας σου δεν είχε σπάσει ακόμα, οι άνθρωποι και ο κόσμος σου φαίνονταν όλα συγκινητικά και αληθινά;

Η Βερόνικα τον κοίταξε με ελαφριά απορία, έριξε ύστερα το βλέμμα της διαδοχικά στο δάσος που απλωνόταν δεξιά τους, στον ουρανό που ήταν πλέον φωτεινός απ' άκρη σ' άκρη κι έπειτα στο φαγητό, που ακόμα δεν είχε δοκιμάσει. Της Άρεσε να στοχάζεται και να παραπονιέται για τον κόσμο, αλλά δεν ένιωθε και πολύ βολικά με το να βρίσκει λύσεις. Για λίγα δευτερόλεπτα κοιτώντας γύρω της, σκέφτηκε άθελά της το μεγαλείο και την ομορφιά της φύσης, όμως η πείνα της αποδείχτηκε δυνατότερη απ' το μεγαλείο, οπότε κι άρχισε να μασουλάει κι αυτή βρώμη.

Το παραψυχολογικό σχόλιο του Αλμπέρτο έκανε πως δεν το άκουσε γιατί αν συνέχιζε τη συζήτηση θα την ζάλιζε με τις παραθρησκευτικές του ιδέες ότι οι άνθρωποι αλλάζουν αν το θέλουν, κι ότι εμείς πλάθουμε τον κόσμο που ζούμε και κουραφέξαλα. Αυτή ήταν γυναίκα παραδοσιακή και η ορθοδοξία ανέβλυζε από το οικογενειακό της αίμα... Μέχρι ... Να έρθουν οι κροτίδες και ο δήμαρχος και να της γκρεμίσουν το όνειρο του αναστημένου Χριστού. Βλέποντάς την κι ο Αλμπέρτο ότι βρίσκεται σε σύγχυση, θέλησε να την πειράξει παραπάνω, και της είπε με τάχα αδιάφορο ύφος:

- Τελικά Βέρα, το άγιο φως είναι άγιο σε όλες τις εκκλησίες; Και με τι το φέρνουν;

Η Βέρα όμως δε μασούσε από τέτοια και η πίστη της έτσι δεν κλονιζόταν, είχε γερές βάσεις. Χαμογέλασε και συνέχισε να τρώει. Αυτό που συνέχισε όμως να της τριβελίζει το μυαλό ήταν που εξαιτίας της φασαρίας, αυτή τη χρονιά στην εκκλησία δεν είχε καταφέρει να νιώσει ούτε ένα τσίμπημα στην καρδιά της, ούτε ένα απλό συναίσθημα. Συνέχισε να σκέφτεται και να τρώγεται και να τρώει, ενώ ασυναίσθητα κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά και κολλούσε το βλέμμα επάνω σε κάθε λεπτομέρεια της φύσης.

Ο Αλμπέρτο, αυτή τη φορά συμμερίστηκε παραπάνω την αγωνία της καλής του, την σκούντηξε απαλά και της είπε με χαμόγελο ζωντανού φιλόσοφου:

- Ο Χριστός ανασταίνεται μέσα σου.

Συνεχίζει να χαμογελάει.

- Άντε πάλι... Μήπως μετενσαρκώνεται κιόλας;

Αυτή ξεφυσάει.

- Α, αυτό δεν το είχα σκεφτεί.

Τα μάτια γυαλίζουν. Του αρέσουν οι καινούργιες ιδέες, αλλά έχει πρόβλημα κι αυτός με την εφαρμογή τους.

- Και δηλαδή, πώς ανασταίνεται μέσα μου; Σάμπως μέσα μου πέθανε; Τι είναι αυτά; 

Είπε η Βέρα, και λίγο αγριεύτηκε με αυτό το τελευταίο του θανάτου που της ήρθε στο μυαλό και την έκανε να νιώσει ένα τσίμπημα στο στήθος∙ παρόμοιο με εκείνο που περίμενε να νιώσει κάθε χρόνο στην εκκλησία. Το ίδιο ακριβώς όμως είχε νιώσει κι ο Αλμπέρτο και τα μάτια του είχαν ανοίξει πλέον για τα καλά κι ο ύπνος του ο βραδινός είχε ολοκληρωτικά φύγει από πάνω του.

- Εεε.... Υποθέτω πως...

Έβηξε λίγο, προσπαθώντας να της απαντήσει.

- Υποθέτω πως είναι μια μεγάλη ιστορία όλη αυτή... που πιθανότατα να μην χωράει μέσα σε μία μόνο εβδομάδα, όσο μεγάλη κι αν είναι... η βδομάδα.

- Δηλαδή;!

Λέει η Βέρα με φωνή σβησμένη και αφήνοντας τη γωνιά του πρωινού, έδωσε μια με ολόκληρη την κομψή ασημένια της φιγούρα, και με ένα μόνο χτύπημα φτερών βρέθηκε επάνω στην αγαπημένη τους κεραία. 

Η ώρα είχε πάει δέκα. Δυόμιση χρόνια είχαν περάσει πλέον που ζούσανε οι δυο τους σε αυτή τη γειτονιά. Όλες οι αυλές και τα μπαλκόνια και οι κεραίες ήταν δικά τους. Έπαιρναν πρωινό σε μία ισόγεια αυλή, αφού μάζευε ο Άλμπι με προσοχή τα ψίχουλα που τους άφηναν οι άνθρωποι σε ψηλότερους ορόφους και έστρωνε το τραπέζι. Κανείς δεν είχε μάθει ποτέ από πού ήρθαν, τι είδους πτηνά ήταν και γιατί τα ονόματά τους ήταν ξενικά, αλλά καθώς είχαν ξαναδεί οι άνθρωποι φτερά, τους έριξαν το ίδιο φαγητό όπως και σε όλα τα άλλα∙ τα γνωστά πτηνά.

Από την κεραία τώρα, που άλλο λόγο ύπαρξης από το να είναι το παρατηρητήριό τους δεν είχε πια, αγνάντευαν σχεδόν όλη τη Θεσσαλονίκη και σχεδόν ολόκληρο το δάσος. Η Βέρα είχε έρθει από πολύ μακριά και έχοντας στην πλάτη της τα χιλιόμετρα ενός ξένου τόπου και κοιτώντας τώρα την πόλη, ο κόσμος της φάνηκε πολύ μεγάλος∙ για να χωράει μόνο έναν σωτήρα, και μάλιστα μόνο μια φορά το χρόνο, και στο μυαλό του Άλμπι, η λιγοστή ψυχή που είχαν δείξει και οι δυο πριν λίγο, μπροστά στην ιδέα ότι όχι μόνο ανασταίνουν αλλά και οι ίδιοι θανατώνουν το Χριστό τον έκανε να αναρωτηθεί κι αν τελικά πράγματι μπορούσε να χωρέσει ένας σωτήρας στην καρδιά τους.

Η ώρα είχε πάει δέκα και μισή. Ο κόσμος ήταν πλέον τόσο ανάστα-τος ημέρα Τρίτη, μετά την Ανάσταση, με τις δουλειές του, που δε γινόταν να συνεχίσουν να ρεμβάζουν. Ο Αλμπέρτο τράβηξε κατά το δάσος και η Βέρα προς το πάρκο δίπλα από την εκκλησία, που μαζεύονταν οι γυναίκες και πλέκανε φωλιές.

Πουλιά καθώς ήταν, συνέχισαν απλώς να κοιτούν δεξιά κι αριστερά, εστιάζοντας κάθε τόσο επάνω σε άσχετα αντικείμενα, της φύσης ή και όχι. Η θέρμη για ιστορίες θανάτου και Ανάστασης ήταν ήδη παρελθόν. Δεν ξέρω αν θα τους έπαιρνε έναν χρόνο ολόκληρο για να τις ξανά πιάσουν, ή θα τους έπιανε το ίδιο και τα Χριστούγεννα, πάντως για τώρα, είχαν ηρεμήσει.

Χρυσάνθη, 18/04/2017

Masonry

ημερολογιακά
Χρυσάνθη Νίκα

Ο αέρας στο κέντρο της Αθήνας είναι ευχάριστα ξηρός και απροσδόκητα καθαρός τα πρωινά (μάλλον).

αποσπάσματα
δημοκρατια

Και η Δημοκρατία. Με φόντο τους παγκόσμιους πολέμους και την Κοινωνία των Εθνών.

στοχασμοί
μπρετον, πολυτεχνειο

...και πιάστε τον Μπρετόν.