Οι αλληγορικές #7

1

Οι αλληγορικές #7

Τόπος: Όλυμπος, στο Οροπέδιο των Μουσών

σκύλος και κατσίκα

Τόπος: Όλυμπος, στο Οροπέδιο των Μουσών

Ώρα: η ώρα του δεκατιανού

Ουρανός: βαριά συννεφιά

Μποφόρ: κάμποσα

Η δουλειά στις στάνες, χαμηλά, ήταν μια δουλειά πιο σίγουρη και εύκολη, το ξέρω· όμως το υψόμετρο, η μαγεία της ανάβασης μαζί με τους ανθρώπους και - κυρίως - τα αγριόγιδα, έχουν άλλη χάρη. Με την Καλλιόπη πρώτα ήμασταν φίλοι, όμως πολύ γρήγορα την ερωτεύτηκα και την έκανα δική μου· και ους ο Δίας συνέζευξεν, σκύλος εκ της γιδός του μη χωριζέτο. Κι έτσι ακριβώς όπως το λέω, ελληνικό - κιμπάρικο, βαρβάτο - ποιμενικό εγώ, αγριόγιδο - με όλη τη σημασία της λέξης - η Καλλιοπίτσα, γίναμε ένα δια παντός με μάρτυρα το Μύτικα και κάτω απ’ το Στεφάνι.

Κι όσα κι αν είναι αυτά που μας χωρίζουν, από τις διατροφικές μας προτιμήσεις μέχρι τη σχέση μας με τους ανθρώπους, η αγάπη που νιώθω για κείνη είναι ακατανίκητη. Πόσες να βρεις άλλωστε σαν κι αυτήν στην Ελλάδα; Ράτσας αρχαίας απομεινάρι σπάνιο, ξεροκέφαλη, τρελή κι αδέσποτη κοκκινομάλλα, τρέχει σαν τον άνεμο κι αν τύχει και σε κοιτάξει;! Ω! μα την Ήρα σε καθηλώνει! Βλέμμα αυστηρό κι αλλόκοτο, κάθε φορά καινούργιο, που δε μπορείς να του αντισταθείς. Έξυπνη και γρήγορη, μιλάει πριν μιλήσω, φιλάει πριν τη φιλήσω - κατά καιρούς με εκνευρίζει βέβαια αυτή η ανυπομονησία, αλλά υπάρχουν μήπως πουθενά σχέσεις χωρίς ψεγάδια;!

Είχαμε δώσει ραντεβού για κολατσιό εδώ, στο οροπέδιο, αλλά έχει ήδη αργήσει πόση ώρα. Κάθε φορά αργεί, και σχεδόν πάντα επειδή λέει φοβάται τους ανθρώπους που κουβαλάω μαζί μου ανεβαίνοντας. Κι εγώ απ’ την άλλη ακόμα ψάχνω το γιατί. Είναι συνήθως κάτι παραπάνω από φιλικοί, συχνά κερνάνε σάντουιτς και έχουν τόση πλάκα! Κουράζονται σε χρόνο μηδέν, βογκάνε συχνά, τρώνε ακόμα συχνότερα, κι όλη την ώρα σκέφτονται και μιλάνε ή σκέφτονται ενώ μιλάνε. Μιλάνε - σκέφτονται - και τούμπαλιν· κάποιες φορές τόσο, που ξεχνάνε ότι είχαν έρθει στο βουνό για να ησυχάσουν ή ξεχνάνε ακόμη και να κοιτάξουν γύρω τους τη θέα. Δε μπορείς να μην τους βρίσκεις χαριτωμένους. Τυχαίνει και να εκνευρίζονται ή να γκρινιάζουν μεταξύ τους, αλλά υπάρχουν μήπως πουθενά σχέσεις χωρίς ψεγάδια;!

- Επιτέλους! Πού είσαι κορίτσι μου, τόσες ώρες; Χώρια που μου έλειψες, έχω πεινάσει κιόλας. Μια ώρα το κουβαλάω το σάντουιτς και άλλη μια σε περιμένω!

- Γεια σου Μίλτο! Αλίμονο, σιγά μη δεν πεινούσες! Μα τι στομάχι άπατο έφτιαξε ο Δίας στα σκυλιά, μου λες; Αντί να μου πεις ένα γλυκόλογο, ο νους σου στο φαΐ σου.

- Αφού σου είπα, μάτια μου, μου έλειψες...

- Και μ’ ένα «μου έλειψες» ξεμπέρδεψες, ε κύριε; Με φίλησες; Με χάιδεψες; Με ρώτησες τι κάνω και πού ήμουν;

- Μα δεν πρόλαβα...

- Τι θα πει δεν πρόλαβες; Εγώ γιατί πρόλαβα να πω «γεια σου Μίλτο»;! Πες καλύτερα ότι είσαι άξεστος και στανο-μεγαλωμένος κι ότι δεν έχεις ιδέα από τους τρόπους του βουνού!

- Μάλιστα...ωραία ξεκινάμε...

- Τι εννοείς «ωραία ξεκινάμε»; Σου προξενώ και προβλήματα στη διάθεση σου μήπως;

- Γουφφφ...

- Μίλα, απάντησέ μου! Με κοιτάς μ’ αυτό το σκυλίσιο βλέμμα, το κακόμοιρο, το απλανές κάθε φορά, και στο στόμα βάζεις φερμουάρ, δε λες κουβέντα! Για μια φορά στη ζωή σου, θύμωσε κι εσύ σαν πλάσμα των θεών κανονικό και πες μου κάτι, μίλα! Ααα! Όχι, όχι! Πρέπει να λυθεί αυτό το πράγμα. Δε μπορούμε να συνεχίζουμε τη ζωή μας μαζί έτσι...

Ο Μίλτος, παίζοντας το ρόλο του «βαρύ», της σκάει ένα φιλί κι αυτή δεν παίρνει ανάσα...
Συνέχισαν το φαγητό τους μαζί χωρίς πολλά πολλά λόγια.
Και κάπου εκεί σαν ν’ άρχισε και η καρδιά της να ημερεύει.
Χαμογελούν κι οι δυο, με σαρκασμό, που ακόμα χρειάζονται τους ρόλους.
Χρυσάνθη, 03/03/2016

Masonry

αποσπάσματα

...ώρες και ώρες, αυτές οι στιγμές έρχονται.

ημερολογιακά

Όσο το βλέπουμε από μακριά, σε κορυφές που δεν αγγίζονται παρά μόνο με το βλέμμα, το χιόνι μοιάζει να είναι ένα.

αποσπάσματα

Ας προσπαθήσουμε για μια στιγμή, να σηκωθούμε ψηλότερα κι απ’ το επίπεδο της πτήσης των πουλιών, και να φανταστούμε ότι η Μεσόγειος βρίσκεται κάτω από μας σαν μια ακανόνιστη λίμνη, και όλα τα αρχαία ακρωτήρια της κοιμούνται στον ήλιο.