Οι αλληγορικές #10

1

Οι αλληγορικές #10

Η Άννα είχε μόλις γίνει εφτά ολόκληρων ετών όταν πήρε το δικαίωμα να αποκτήσει δικαιώματα κι αυτή επάνω σε ένα από τα μικρά περιβολάκια του χωραφιού της οικογενείας.

Περιβολάκι της οικογενείας, δηλαδή της φαμίλιας των Αστροπελέκηδων, και που έως τότε το διαχειριζόταν αποκλειστικά ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερος αδερφός της, ο Αντώνης.Τα πρώτα που φύτεψε με την προφορική βοήθεια της θείας, ήταν φασολάκια, ραπανάκια, κρεμμυδάκια, μαρουλάκια κι άλλα λίγα –άκια, μικρά σποράκια, ανύποπτα τι πότισμα τα περίμενε, τι αγριόχορτες επιθέσεις, τι επιθέσεις σκαλιστηριού και τι επιθέσεις βροχοστάλας που τρυπάει κόκαλα.

«Ο Απρίλης είναι καλός μήνας», είχε πει η θεία και τα βιβλία της, για τα σποράκια που έβαλε η Άννα. Έτσι και η μικρή επένδυσε τον κάμποσο - της πρώτης τάξης του σχολείου - ελεύθερο χρόνο της, στη φροντίδα του περιβολιού. Στην αρχή τα πράγματα ήταν εύκολα, παντού είχε σημάδια με χρωματιστά πετραδάκια για το τι είχε φυτέψει, κι όταν μετά από κάμποσες βδομάδες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και τα πρώτα τα φυντάνια, κάλεσε στο σπίτι όλες της τις φίλες για περιβολοπάρτι με λιχουδιές λαχανικών.

Λαχανικά όχι από τον κήπο - δεν έχει προχωρήσει τόσο η ιστορία - αλλά αγοραστά, που τα μαγείρεψε η μαμά της ενώ η Άννα ζητούσε απεγνωσμένα - καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας - να βοηθήσει. (Αυτό μην το πείτε στις φίλες της γιατί μετά και η Άννα κι η μαμά της προσποιήθηκαν ότι είχαν μαγειρέψει συνεργατικά. Αθώα ψέματα, κανέναν δεν πειράζουν αυτά∙ ούτε καν αυτόν που τα λέει. ;!)

Για να μην ξεφεύγουμε όμως απ' το θέμα, μετά το πάρτι και την πολλή χαρά, χάρηκαν, για να μην τα πολυλογώ, και όλα τα ζαρζαβατικά του κήπου, και δώστου ξεκίνησαν να μεγαλώνουν σαν τρελά, με τέτοια γρηγοράδα, που επειδή για δύο βδομάδες, το πολύ, που λίγο… τα ξέχασε η Αννούλα και δεν πήγε να τα δει, είχαν μεγαλώσει ίσα με το μπόι της και λίγο παραπάνω.

Ήταν ένα απογευματάκι χαλαρό από το διάβασμα προς αποστήθιση των ατελείωτων εκείνων δίστροφων ποιημάτων της κακιάς ώρας και των περικοκλάδων λέξεων, που η Άννα κι ο Αντώνης μαζί είπανε να παν’ στον κήπο.

Τι το ήθελαν όμως, ένας κακός χαμός γινόταν. Κισσοί είχαν ψηλώσει αντί για φασολάκια κι οι κατιφέδες κόντευαν να στραγγαλίσουνε τα κρεμμυδάκια. Σαλιγκάρια τρυπούσανε τα φύλλα από τις μελιτζάνες κι απ' τα δέκα καλαμπόκια μόνο δύο είχαν μείνει ζωντανά. Και σαν να μην έφταναν τα προβλήματα εντός περιβολιού, είχανε και τα καλάμια από το διπλανό περιβόλι - της μαμάς και του μπαμπά, που ήταν περιποιημένο, καθαρό από αγριόχορτα και ζωντανά, γιατί του είχαν ρίξει δεκαπέντε κιλά δεκαπέντε διαφορετικών φαρμάκων - που προσπαθούσαν να βοηθήσουν τα προσφυγόπουλα φασολάκια κι αγγουράκια που είχαν πάρει το δρόμο για εκεί, αφού στο δικό τους κήπο δε χωρούσαν πια και αφού από την άλλη όλα φαίνονταν να πηγαίνουνε λαχανικό ρολόι.

Όμως έτσι, τα αμάθητα σε ξένες ουσίες κι από χέρια παιδικά φτιαγμένα ζαρζαβατικά τσουρούφλισαν τα ισχνά κορμάκια τους στον τοξικό αέρα και στο πυρακτωμένο χώμα. Η κατάσταση δεν περιγράφεται από δω και πέρα με λόγια. Θα σου σκιζόταν η καρδιά να τα δεις, όπως και να τα ακούσεις. Ειδώθηκαν πλάσματα νέα, στο τρυφερότερο άνθος της ηλικίας τους τα άνθη, να χάνονται άδικα εν μια νυκτί επάνω στο συρματόπλεγμα που χώριζε τα περιβόλια.

Κορμοί που ξεκίνησαν καμαρωτοί, κι ορθώθηκαν χωρίς βοήθεια από θεϊκό φυτοφαρμακευτικό ανθρώπινο χέρι, τώρα να σκύβουν το κεφάλι για βοήθεια, εμπρός σε αποστειρωμένα πλάσματα με υγιείς επιδερμίδες που όμως από μέσα τους βράζουν. Βράζουν γιατί και από τη δική τους τη μεριά, μέσα - μέσα στο χώμα αν κοιτούσε κανείς, θα έβλεπε ρίζες από αγριόχορτα, κισσούς και κατιφέδες που θέλουν να υπάρξουν. Βράζουν από τον πόλεμο που δεν εκδηλώνεται γιατί κάθε τόσο κάποιο χέρι «θεϊκό» ποτίζει το έδαφός τους δόσεις «πολυβιταμινούχες» και λύσεις χρωματιστές, παραφυσικές, φτιαγμένες μόνο από το πολυάσχολο κεφάλι των μεγάλων, ούτε απ’ το πραγματικό μυαλό τους κι ούτε από τα χέρια.

Βράζουν απ’ το κακό τους και στη θέαση του διπλανού του κήπου των εγκλημάτων, αφού αναγκάζονται κάθε μέρα να τον κοιτούν τόσες πολλές ώρες, που τελικά τον συνηθίζουν σε βαθμό που να γίνεται ο κόσμος τους, και τόσο ευχαριστιούνται από το πλεονέκτημα της θέσης που τους έδωσε η μοίρα, που τελικά απ’ την πολλή περηφάνια φουσκώνουνε γυαλίζοντας μέχρι να σκάσουν και ξεχνάνε ν’ αποκτήσουν γεύση, γιατί έμαθαν πως έχει σημασία μόνο η επιφάνεια.

Για να μην ξεφεύγουμε όμως απ' το θέμα, όσο κι αν θα ήταν αποτρόπαιο για εμάς το θέαμα, ο Αντώνης κι η Αννούλα κάθε άλλο παρά άναυδοι έμειναν στη θέα του πολέμου και στη θέα της μετοίκησης κάποιων λαχανικών προς τον διπλανό τον κήπο. Ήταν πια, εννιά κι εφτά χρονών, αντίστοιχα, και τέτοιες εικόνες πάλης για επιβίωση και βίας τις είχαν συνηθίσει. «Αχχχ…αυτός είναι ο κόσμος» είπαν ωσάν μεγάλοι μυαλωμένοι, και κοίταξαν κι οι δυο την πράσινη μάχη του κήπου με βλέμμα ήρεμο και συγκαταβατικό, σχεδόν κατανοώντας τα λαχανικά που δε μπορούν να ζήσουν ήμερα και άγρια μαζί χωρίς πολέμους.

Όμως, κι αν τους είχε εγκαταλείψει η αίσθηση του φυσιολογικού, παιδιά καθότι στην πραγματικότητα λέγονταν ακόμα, δεν τους είχε εγκαταλείψει κι η αλήθεια. Δηλαδή, θυμούνταν κι ήξεραν ότι σε όλα τα χώματα φυτρώνουν αγριόχορτα και επιπλέον - πού ακούστηκε! - είναι και πέρα για πέρα φυσιολογικό. Ήξεραν ότι θέλει απλά λίγη υπομονή και κάμποση διάθεση για να τα βγάζεις κάθε τόσο, και σίγουρα χωρίς να τα μισείς – πρώτον γιατί είναι άτοπο να ζεις και να μισείς, και δεύτερον για να μη θυμώσουν τα ίδια τα αγριόχορτα και μετά βγαίνουμε με περισσότερο γινάτι.

Οπότε και με μάτι ατρόμητο, και χωρίς πολλά – πολλά, δε ζήτησαν δα και άδεια από τη λαχαναγορά για να επέμβουν, ρίχτηκαν στον κήπο με χαρά και προσοχή. «Αχ, αυτός είναι ο κόσμος είπαν, αλλά δε χρειάζεται να τον αφήσουμε και έτσι.» Συγγνώμη λάθος το είπα, ξανά: Οπότε και με μάτι ατρόμητο, και χωρίς πολλά – πολλά, δε ζήτησαν δα και άδεια από τη εφορία για να επέμβουν, ρίχτηκαν στον κόσμο με χαρά και προσοχή. «Αχ, αυτός είναι ο κήπος είπαν, αλλά δε χρειάζεται να τον αφήσουμε και έτσι.»

Ξεκίνησαν απ' τους κισσούς∙ τους ξερίζωσαν γελώντας, έτσι και αυτοί δεν παρεξηγήθηκαν, κι όσους δε μπορούσανε τους κόψαν ενώ ταυτόχρονα τους λέγανε και κάνα ευχαριστώ που δίδαξαν έστω και λίγο στα βουτυρομπεμπέδικα φυντάνια πώς να παλεύουν για να στέκονται ορθά. Τους κατιφέδες τους μεταφύτευσαν σε περιβόλια λουλουδιών όπου θα κάνανε πιο κατάλληλα τη δουλειά τους, όμως και αφήσαν μερικούς γιατί η μυρωδιά τους διώχνει κάμποσα ζωΰφια. Τα μόνα που δε χρειάστηκαν βοήθεια ήταν τα τρελομάρουλα - τα πιο ευαίσθητα, στην πρώτη γραμμή της μάχης από την αρχή τα οποία, αφού λόγω ιδιοσυγκρασίας δεν παρουσίαζαν καμιά αντίσταση, οι εχθροί τα είχαν αφήσει στην ησυχία τους και τα ‘χαν προσπεράσει.

Για να μην ξεφεύγουμε όμως απ' το θέμα, ο κήπος όπως καταλαβαίνετε καθάρισε, κι όπως ξανά καταλαβαίνετε επειδή δε φτάνει μια φορά, αρχίσαν να πηγαίνουν κάθε τόσο. Οπότε και το καλοκαίρι τα παιδιά κάνανε πάρτι με τσιπς λαχανικών - λίγων και καλών - από το δικό τους περιβόλι… Ε, και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Κάπου θα εμφανιζόταν και μια σοφή - λόγω του μακρού του βίου της - χελώνα, όπως σε κάθε καλή ιστορία, για να βοηθήσει τα παιδιά να σκεφτούν τη λύση, όμως σε αυτήν την ιστορία η χελώνα δε φάνηκε, γιατί ήταν πραγματικά σοφή κι αντί για τα παιδιά πήγε να νουθετήσει τη μαμά, το μπαμπά, και τα γυαλιστερά λαχανικά του άλλου κήπου.

Και μα τις ιερές μελιτζάνες! Ιδέα δεν έχω τι τους είπε, αλλιώς θα σας το έλεγα κι εσάς.

Χρυσάνθη, 04/07/2016

Masonry

ψυχογραφίες

Τα πιο εύκολα συμπεράσματα βγαίνουν παρατηρώντας το χτίσιμο των κάστρων των άλλων.

στοχασμοί

Μια απότομη ανηφόρα παρολίγον να φανεί ικανή ώστε να μείνω έξω απο εκείνον το φυσικό παράδεισο.

ποίηση

Tου Oλύμπου πια, σάμπως ληνό στα πόδια μου, το τέρας πατώ το μυστικό.