Το χωριό

5

Το χωριό

Το πρωινό είναι χρώμα και δροσιά// Κι αυτό αρκεί. 

Υπήρχε μια ιαπωνική μουσική, από ένα τρίχορδο και ένα πιάνο που οι δημιουργοί της την εισήγαγαν ως εξής: «Δημιουργήσαμε αυτή τη σύνθεση ανατρέχοντας στις μνήμες της παιδικής μας ηλικίας. Όσο ακούτε, θα σας παρακαλούσαμε να κλείσετε τα μάτια και να κάνετε το ίδιο.»

Μόλις ξεκίνησαν, ανακαλύψαμε όλοι μεμιάς πως η έμπνευση που θέλει να μεταβιβάσει η τέχνη, εμπεριέχεται ήδη στα υλικά της. Το υλικό σε εκείνη την περίπτωση ήταν η παιδική μνήμη. Κι ο μουσικός σε καλεί ακούγοντας, να ζήσεις κι εσύ εκείνο το κομμάτι σου στη μνήμη που δεν είναι ίδιο, αλλά είναι ίδιας ποιότητας με μια δική του. Προσωπικά, ποτέ δε νοσταλγούσα, αλλά αυτή η μουσική έχει μια άλλη γεύση. Σε σπρώχνει γλυκά στη μνήμη που θέλει, χωρίς να παρεμβάλλεται κάποια συναισθηματική πανούκλα.

Οι εικόνες εναλλάσσονται γρήγορα με κλειστά τα μάτια, γίνονται τρισδιάστατες και μπορείς να μπεις μέσα. Τα πιο ζωηρά συμβάντα, τα πιο έντονα σε χρώματα και λεπτομέρειες είναι συνήθως αυτά των εννιά μέχρι δεκατεσσάρων ετών. Μυρωδιές, άνθρωποι, φωνές, συναισθήματα, κάπου χτύπησες, ένα γέλιο, ένας σκύλος κι ένας κόκορας κάπου μακριά, ένας δάσκαλος και λάσπη μες στα νύχια που δε φεύγει και κάνει κριτς κριτς. Κρυφτό στην πανσέληνο και φίλοι που σου βάζουν τρικλοποδιά και τα σημάδια της, ανάγλυφα, τα πιάνεις και τώρα με το χέρι σου στα γόνατα.

Θυμήθηκα αυτό που θεωρούσα γλυκανάλατο, ότι «πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία» και σκέφτηκα ότι τελικά μπορεί να είναι κι έτσι. Από τότε, όταν κάποιος με ρωτάει από πού είμαι, δεν απαντάω αμέσως, κλείνω για λίγο τα μάτια.

Το πρώτο που ανακάλυψα είναι πως σίγουρα, όταν σε ρωτάνε από πού είσαι, δεν είναι καθόλου το πρώτο πράμα που σου έρχεται στο νου η σημαία, της χώρας σου ή του χωριού σου. Άλλα πράματα θυμάσαι, που για να συμβολιστούν όλα μαζί θα χρειαστεί ίσως κάποτε, αργότερα και μια σημαία. Τη θάλασσα στο ένα χωριό και το ποτάμι στο άλλο, τις πέτρες που ξέρω ακόμα τη διάταξή τους στο δρόμο για το σχολείο, ποια είναι πολύ λεία και γλιστράει, πού σκοντάφτεις συνήθως, ποιες νιώθεις στο πέλμα και ας φοράς χοντρά παπούτσια, τη μυρωδιά του χορταριού την άνοιξη και τις φωνές των ανθρώπων, μέσα κι έξω απ' το σπίτι.

Η παιδική ηλικία είναι χωριά και γειτονιές. Και τι είναι το χωριό, όσο περνάει ο καιρός;
Το χωριό είναι ο τόπος που δημιουργούνται οι ρίζες• κάθε πράματος. Είναι εκεί όπου (συνήθως) τα παιδιά δεν παίρνουν ποτέ δώρο βιβλία στις γιορτές. Γίνονται 18 γνωρίζοντας ότι τα μόνα επαγγέλματα που υπάρχουν είναι οι δικηγόροι κι οι γιατροί. Δεν ξέρουν πώς πότε κι από πού προσγειώνονται σε κάποιο πανεπιστήμιο, και δίνουν, αν είναι αρκετά τυχεροί, αγώνα για να ξεχάσουν ό,τι έμαθαν ανάποδα και να το μάθουν ξανά από την αρχή, να διαβάσουν μετά τα είκοσι ό,τι θα έπρεπε να γνωρίζουν από τα δεκατρία.

Τα παιδιά στο χωριό μαθαίνουν από νωρίς ότι έχει σημασία πώς ντύνεσαι και τι οδηγείς, αλλά δεν έχει σημασία τι σκέφτεσαι, πώς σκέφτεσαι και πώς υπάρχεις. Έτσι μ' αυτές τις ρίζες παν στις πόλεις, κι εκτιμούν διαμιάς όποιον φοράει σακάκι ή τακούνια, ανεξαρτήτως περιεχομένου. Μαθαίνουν να βλέπουν καλά τι φαίνεσαι, κι όχι τι είσαι, και να σε κατατάσσουν αναλόγως. Στα σύμβολα μαθαίνουν να φυλακίζουν τους θεούς και τις ιδέες. Κάποιες φορές μπερδεύονται τόσο πολύ, που πιστεύουν ότι οι εικόνες στις εκκλησίες ή η σημαίες και τα χρώματά τους προηγήθηκαν όλων των άλλων. Δε θυμούνται ότι η θάλασσα και το ποτάμι κι οι παραλία και η λάσπη και η γλώσσα που μιλάμε υπήρχανε και πριν από αυτά.

Το χωριό είναι ένα καταπληκτικό μέρος. Εκεί μαθαίνεις πώς να έχεις δεύτερες σκέψεις για τους ανθρώπους, κι όταν τους λες Χρόνια Πολλά από μέσα σου να σκέφτεσαι «χώρισε ξανά, πόσα λεφτά να βγάζει στη δουλειά του;» Είναι στο χωριό που μαθαίνεις να διεκδικείς χωράφια που δεν είναι δικά σου, και κόβεις αιωνόβια δέντρα με ελαφριά καρδιά, χωρίς να σκεφτείς ότι κάποια παιδιά μεγάλωσαν μαζί τους και παίρνεις μαζί σου και τις μνήμες και τη σκιά απ' τη αυλή μας. Σκοτώνεις το σκυλί μας μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του. Και το αφήνεις εκεί. Στο χωριό μαθαίνεις πώς να μη μιλάς στο διπλανό σου - ούτε καλημέρα - για λόγους που ποικίλουν: σε κοίταξε στραβά, φορούσε ανάποδα το φανελάκι, ήταν κουρεμένος λάθος. Σου μαθαίνει πολλά τέτοια το χωριό.

Σου μαθαίνει όμως κι άλλα. Υπάρχουν και οι άλλοι. Που όταν σου μιλούν, σε χαιρετούν ή σου εύχονται, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να σου μιλούν, να σε χαιρετούν και να σου εύχονται. Γελούν με την καρδιά τους και χαίρονται όταν χαίρεσαι.

Είχαμε μια δασκάλα όταν ήμασταν γυμνάσιο που έπρεπε να μας μάθει αλβανικά, και το 'κανε με μεράκι, και το απόγευμα εκείνη - αλβανικής καταγωγής - μάθαινε ελληνικά η ίδια. Έφερνε χρωματιστές κιμωλίες και εφεύρισκε δρώμενα όλων των ειδών, για την ώρα του μαθήματος. Αργότερα, ένας δάσκαλος άλλος μας μάθαινε Όμηρο, Γκαίτε και Σαίξπηρ, στριμώχνοντας με μαεστρία όλη την παγκόσμια λογοτεχνία σε δύο σχολικές χρονιές. Αβίαστα, σαν να μην κουραζόταν, κι ας ήτανε δικές του οι δακτυλογραφημένες μεταφράσεις, αφού δεν υπήρχανε ελληνικά συγγράμματα δια εμάς, τα παιδιά αγνώστου υπηκοότητος Θεού. Και μόνο αν μάθαινες τότε, με κλειστά μάτια, τι κάνουν ο Οδυσσέας και ο Φάουστ θα καταλάβαινες ότι δεν μπορείς να είσαι υπήκοος κράτους κανενός αν δεν γίνεις υπήκοος του εαυτού σου.

Είχαμε κι ένα δάσκαλο Φυσικής που έβαζε σε όλους ασύστολα πεντάρια και κανένας δεν τον αγαπούσε, αλλά τώρα ξέρουμε τι κόπο κατέβαλλε κι εκείνος για να μεταφράζει ελληνικά -  ενώ δεν είχε ο ίδιος σπουδάσει στα ελληνικά -  και να μας μαθαίνει Φυσική με σημειώσεις, χωρίς βιβλία (και η οποία αποδείχτηκε εξαιρετικού επιπέδου, μετά από λίγα χρόνια).

Και ό,τι και να θυμηθείς, όπου κι αν έχεις μεγαλώσει, αν κλείσεις λίγο τα μάτια, καταλαβαίνεις ότι οι πατρίδες συνίστανται από ανθρώπους, πολλούς και κάποιους εξαιρετικούς, που έβαλαν το λιθαράκι τους για να δημιουργήσει το προσωπικό του λάβαρο ο καθένας. Είναι άνθρωποι που η μνήμη τους είναι φωτάκι, και που όταν χρειαστεί, σε μακρινά μέλλοντα ανάβει. Όχι γιατί οι ίδιοι ήταν τέλειοι, αλλά γιατί έπαιξαν τέλεια το μικρό-μικρό ρολάκι τους στο δικό σου έργο.

Κι η μνήμη τους δε σε κάνει παιδί από αυτολύπηση, από ανευθυνότητα, από αυτοαγάπη, δε σε κάνει παιδί γιατί είσαι φυγόπονος ή γιατί η ενήλικη ζωή σου έπεσε βαριά στο στομάχι, σε ξανά κάνει παιδί για να θυμηθείς πού έγινε το λάθος.
Πότε ξεκίνησες να μετράς τους ανθρώπους σε σημαία και σακάκι, πότε σταμάτησες να ακούς και άρχισες να μιλάς ακατάπαυστα, πότε ξέχασες ότι η απλότητα είναι το μυστικό των μυστικών. Κι όσο πολύπλοκα κι αν γίνονται κάποτε όλα, χρειάζεται να θυμάσαι να γυρίζεις κοντά της. Κι αυτό, όχι για να πας αντίθετα στην πρόοδο του κόσμου. 

Έτσι πατρίδα είναι συνήθως οι ήχοι, οι μυρωδιές, κάτι τρέλα ξαδέρφια που κάνουν τον κόκορα έξι η ώρα το πρωί στο διπλανό μπαλκόνι για να σε ξυπνήσουν, κι ύστερα σου τραβούν στο δρόμο ανελέητα τις κοτσίδες. Κανένας τόπος δεν υπάρχει χωρίς τους ανθρώπους του και δεν είναι οι τόποι που ορίζουν τι σόι άνθρωπος είσαι, αλλά το ανάποδο.

Τους τόπους τους φτιάχνουν οι άνθρωποι που δεν υποχωρούν, δε συμβιβάζονται, και δε βαριούνται να μαθαίνουν και να αλλάζουν. Λίγο-λίγο, στα μικρά κι ύστερα και στα μεγάλα. Εκείνοι που θυμούνται ότι τα σύμβολα υπάρχουν μόνο για να σου θυμίζουν εκείνο που πρέπει να θυμάσαι. Δε μετριούνται σε βαθμούς καλού ή κακού, αλλά σε βαθμούς ακεραιότητας. Ύστερα ανακαλύπτουν ότι κι αυτή είναι παραμύθι και πάνε ακόμα βαθύτερα. Και δε σταματούν να γίνονται άνθρωποι, για όσο κρατάει ο τόπος.

Εισαγωγή: ελεύθερη απόδοση στίχων από το ποίημα The Latest Freed Man, Wallace Stevens

Tired of the old descriptions of the world,
The latest freed man rose at six and sat
On the edge of his bed. He said,
“I suppose there is
A doctrine to this landscape. Yet, having just
Escaped from the truth, the morning is color and mist,
Which is enough: the moment’s rain and sea,
The moment’s sun (the strong man vaguely seen),
Overtaking his doctrine of this landscape. Of him
And of his works, I am sure. He bathes in the mist
Like a man without a doctrine. The light he gives—
It is how he gives his light. It is how he shines,
Rising upon the doctors in their beds
And on their beds. . .”
And so the freed man said.
It was how the sun came shining into his room:
To be without a description of to be,
For a moment on rising, at the edge of the bed, to be,
To have the ant of the self changed to an ox
With its organic boomings, to be changed
From a doctor into an ox, before standing up,
To know that the change and that the ox-like struggle
Come from the strength that is the strength of the sun,
Whether it comes directly or from the sun.
It was how he was free. It was how his freedom came.
It was being without description, being an ox.
It was the importance of the trees outdoors,
The freshness of the oak-leaves, not so much
That they were oak-leaves, as the way they looked.
It was everything being more real, himself
At the centre of reality, seeing it.
It was everything bulging and blazing and big in itself,
The blue of the rug, the portrait of Vidal,
Qui fait fi des joliesses banales, the chairs.

 

Χρυσάνθη, 26/12/2018

Masonry

ημερολογιακά

Η προσπάθεια να συγκριθεί η ομορφιά ποτέ δεν καταλήγει.

ημερολογιακά

Συγκοινωνία: εκεί που γεννιέται η φιλοσοφία.

αποσπάσματα

...ώρες και ώρες, αυτές οι στιγμές έρχονται.